ῥᾴδιον

ῥᾴδιον
ῥᾴδιος
easy
masc acc sg
ῥᾴδιος
easy
neut nom/voc/acc sg
ῥᾴδιος
easy
masc/fem acc sg (attic)
ῥᾴδιος
easy
neut nom/voc/acc sg (attic)
ῥᾴδιος
easy
masc/fem voc comp sg
ῥᾴδιος
easy
neut nom/voc/acc comp sg
ῥαίδιον
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • Οὔτε γὰρ πτηνὸς... ῥᾁδιόν ἐστιν καταςχεῖν, οὔτε λόγον προέμενον κρατῆσαι δυνατόν. — οὔτε γὰρ πτηνὸς... ῥᾁδιόν ἐστιν καταςχεῖν, οὔτε λόγον προέμενον κρατῆσαι δυνατόν. См. Слово воробей, вылетит, назад не поймаешь …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • неоудобь — (52) пр. и нар. I. Пр. нескл. Трудный, затруднительный; невозможный: аште ли неѹдобь бѹдеть таковоѥ. ли коѥа ради бѣды. ли дългости ради пѹти (δυσχερές) КЕ XII, 21б; [долготерпеливый] нѣ(с) пови||ненъ въ льстьхъ. неудобь на противленьѥ. въ… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • ράδιος — και ῥαίδιος και ῥάδιος, ία, ον, και επικ. και ιων. τ. ῥηΐδιος και ῥῄδιος, ίη, ον, Α 1. εύκολος, ιδίως αυτός που γίνεται ή τελείται εύκολα («τάφρος... οὔτε περῆσαι ῥηιδίη», Ομ. Ιλ.) 2. προσφυής, κατάλληλος («ῥᾴδια... ἤθεα», Ευρ.) 3. απερίσκεπτος,… …   Dictionary of Greek

  • Слово(не) воробей, вылетит, назад не поймаешь — Слово (не) воробей, вылетитъ, назадъ не поймаешь. Слово сказавъ, не поймаешь; молвишь не воротишь. Плюнешь, не поймаешь (не перехватишь); слово выпустишь, не воротишь. Болтается, не воротится. Ср. Отецъ... меня гонитъ со свѣту!.. У меня языкъ не… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ASPHALTUS et ASPHALTIS et ASPHALTITES — ASPHALTUS, et ASPHALTIS, et ASPHALTITES lacus Iudaeae in Pentapoli, in quo nihil grave submergi potest. In eo fuêre So doma et Gomorrha, Admah et Zeboim, quae, propter nefandam populi luxuriem et libidinem, caelitus exustae sunt. Mare mortuum, a… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • επιτυχαίνω — και επιτυγχάνω και πιτυχαίνω και πετυχαίνω (AM ἐπιτυγχάνω, Μ και (έ)πιτυχαίνω και πετυχαίνω) 1. βρίσκω τον στόχο, σημαδεύω καλά (α. «ῥᾴδιον μὲν τὸ ἀποτυχεῑν τοῡ σκοποῡ, χαλεπὸν δὲ τὸ ἐπιτυχεῑν», Αριστοτ. β. «τόν πυροβόλησε και τόν πέτυχε στην… …   Dictionary of Greek

  • ευπαλής — (I) εὐπαλής, ές (Α) 1. (για αγώνες) αυτός που κερδίζεται εύκολα, που επιτελείται εύκολα («ἄεθλοι εὐπαλέες», Απολλ. Ρόδ.) 2. (κατά τον Ησύχ.) «εὐπαλές ῥᾴδιον». επίρρ... εὐπαλῶς, εὐπαλέως (Α) εύκολα, με δεξιοτεχνία, με επιτηδειότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • ευτυκής — εὐτυκής, ές (Α) (κατά τον Ησύχ.) «εὐτυχές εὐεργές, εὐχερές, εὐποίητον, ῥᾴδιον». επίρρ... εὐτυκῶς (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ῥᾳδίως». [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + τύκος (ο) «τσεκούρι, όργανο για σμίλευση»] …   Dictionary of Greek

  • ζήτημα — το (AM ζήτημα) [ζητώ]·1. αυτό το οποίο ζητείται, το αντικείμενο τἡς έρευνας («οὐ ῥᾁδιον ζήτημα» δεν είναι πράγμα που βρίσκεται εύκολα, Ευρ.) 2. αιτία προστριβών, διαφορά, διένεξη («δημιουργεί ζητήματα εκ τού μηδενός» γεννά αφορμές για… …   Dictionary of Greek

  • καρτερώ — (I) και ποιητ. τ. ακαρτερώ, άω και έω (AM καρτερῶ, έω) [καρτερός] 1. περιμένω, αναμένω (α. «σέ καρτερούσα όλο το απόγευμα» β. «οὐ καρτερῶ μέχρι θαλάμων ἐλθεῑν», Σέξτ. Εμπ.) 2. υπομένω με γενναιότητα, υποφέρω με υπομονή (α. «Κι ακαρτέρει κι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”